ἐποπτείαν

ἐποπτείᾱν , ἐποπτεία
highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries
fem acc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • BOEDROMION — qualis apud Athenienses Anni mensis fuerit, vide in Boedromia. Eôdem magna Mysteria celebrari solebant. sicut Anthesterione parva; quae qui acceperat, magnis initiabatur, post annum epopta futurus: simul enim ista fieri non poterant. Nifi quod… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • LIBIDO — plerarumque haeresium esca, ut videre est hîc passim, inprimis ubi de Fem. Comm. Idem apud Idololatras omnis aevi obtinuit, quorum nonnullis etiam inter sacros suae impietatis ritus meretricatus et scortatio fuit, uti passim itidem diximus. Et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SACRA suscipere — apud eundem Spartian. ihid. c. 13. in Adriano. Post hoc ad Achaiam navigavit et Elcusinia sacra exemplô Herculis Philippique suscepit: et Ciceronem in Vatinium, Ut cum inaudita ac nefaria Sacra susceperis, cum inferorum animas elicere, cum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VISERE — cupere videre est, Servio ad l. 8. Aen. hinc apta Eleusinio Sacro vox, cuius mystarum nota desideria, non nisi post longam moram et operosas προπαρασκευὰς lenienda. Cuiusmodi mysteria visere et invisere Latini Scriptores passim dicunt, pro… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αποκέντρωση — Σύστημα διοίκησης κατά το οποίο, χωρίς την προηγούμενη έγκριση των κεντρικών κυβερνητικών αρχών, ασκείται η κρατική εξουσία από όργανα που εδρεύουν γενικά μόνιμα στην περιφέρεια. Η άσκηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων από περιφερειακά όργανα και… …   Dictionary of Greek

  • εποπτεία — η (AM ἐποπτεία) [εποπτεύω] νεοελλ. επίβλεψη, επιτήρηση («ἐχει την εποπτεία όλης τής επιχειρήσεως») μσν. νεοελλ. 1. η κατ’ αίσθηση αντίληψη ενός αντικειμένου που περιλαμβάνει όλα τα διακριτικά του γνωρίσματα («εποπτεία ζωγραφικού πίνακα») 2. σαφής …   Dictionary of Greek

  • κατευθυσμός — κατευθυσμός, ὁ (Α) [κατευθύνω] ορθή διεύθυνση, ευθεία διοίκηση («ἡ κατὰ θεὸν παιδαγωγία κατευθυσμὸς ἀληθείας ἐς ἐποπτείαν θεοῡ», Κλήμ. Αλεξ.) …   Dictionary of Greek

  • προσεπιλαμβάνω — Α [ἐπιλαμβάνω] 1. περιλαμβάνω, δένω κάτι με κάτι άλλο («προσεπιλαμβάνω ταινίῃ τὸν βραχίονα περὶ τὶ στῆθος περιδέοντα», Ιπποκρ.) 2. λαμβάνω, απαιτώ κάτι περισσότερο 3. καταλαμβάνω επί πλέον («ἀπὸ δὲ τῶν δύσεων λίμνῃ προσεπιλαμβανούσῃ καὶ τοῡ πρὸς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.